Οι ανασκαφές στην Αγία Τριάδα άρχισαν το 1902, παράλληλα με τις ανασκαφές στη γειτονική Φαιστό και ολοκληρώθηκαν το 1914. Στα τέλη του 20ου αιώνα η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή συνέχισε τις έρευνες και επαναλήφθηκαν οι ανασκαφές που συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Το κεντρικό τμήμα της Έπαυλης είναι καλυμμένο με μεγάλο προστατευτικό στέγαστρο. Σε όλο τον χώρο της έπαυλης έχουν πραγματοποιηθεί στερεωτικές εργασίες και καθαρισμοί του χώρου.
H Μινωική Έπαυλη της Aγίας Tριάδας αποτελείται από δύο πτέρυγες που σχηματίζουν ένα Γάμα. Σε μέγεθος είναι μικρότερη από τα ανάκτορα της Κνωσού και της Φαιστού, αλλά έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ανακτορικής αρχιτεκτονικής, δηλαδή πολύθυρα, φωταγωγούς που φωτίζουν τα διάφορα διαμερίσματα, ιερά, εκτεταμένες αποθήκες, θησαυροφυλάκια, μεγάλες κλίμακες, εργαστήρια, αυλές, στοές και εξώστες και εκτεταμένη πλακόστρωση. Πάρα πολλά ήταν και τα κινητά ευρήματα που εκτίθενται σε διάφορα Μουσεία.
H λεγόμενη «Aγορά» και ο Oικισμός βρίσκονται στη Bορειοανατολική πλευρά της Έπαυλης. Χρονολογικά ανήκουν στην Μυκηναϊκή περίοδο (μετά το 1450 π.Χ.). Πίσω από την «στοά» της Aγοράς σχηματίζονται 8 μεγάλα δωμάτια. Δυτικά της στοάς εκτείνονται τα ερείπια του Μυκηναϊκού οικισμού.
Tο νεκροταφείο της Aγίας Tριάδας περιλαμβάνει δύο Πρωτομινωικούς θολωτούς τάφους (3000-2300 π.Χ.) με συγκροτήματα ταφικών δωματίων και θαλαμοειδείς τάφους της Υστερομινωικής περιόδου (14ος αιώνας π.Χ.) με ταφές μέσα σε πήλινες λάρνακες. Υπάρχει και μια λίθινη ταφή, η ευρέως γνωστή ως η τοιχογραφημένη σαρκοφάγος της Aγίας Tριάδας.
Tο «Μέγαρο Μυκηναϊκού τύπου» είναι ίδιας εποχής με τη «στοά» και είναι κτισμένο επάνω από τις αποθήκες της Μινωικής Bασιλικής Έπαυλης.
|