Τα κτίρια των Αποθηκών κτίστηκαν με κρατικά έξοδα το 1834-1839, σε σχέδια του Βαυαρού Αρχιτέκτονα Ερλάχερ, κάτω από την επιστασία του επίσης Βαυαρού Βίλχελμ φον Βάιλερ. Το κτίριο είναι κτισμένο κατά μήκος της ακτογραμμής, έχοντας δυο πτέρυγες με συνολικό μήκος 122 μέτρα, συνολικά 14 αποθηκευτικοί χώροι. Στο αρχικό κτίριο υπήρχε στοά με μεγάλα τόξα στο μπροστινό μέρος, όπου τα προσεγγίζοντα πλοία ξεφόρτωναν και που σήμερα τα έχουν κλείσει.
Οι αποθήκες καλύπτονται με εξαιρετικής κατασκευής κυλινδρικούς θόλους που αποτελούνται από μικρά τούβλα και λαξευμένους λίθινους θολίτες. Οι αποθήκες είχαν είσοδο από τη στοά και μεγάλα τοξωτά παράθυρα στο πίσω μέρος. Ο πρώτος όροφος στο κεντρικό κομμάτι του κτιρίου χτίστηκε αργότερα, ενώ τα υπόλοιπα τμήματα των αποθηκών κτίστηκαν μαζί με Τελωνείο στα 1859-61.
Στην διάρκεια του μεσοπολέμου οι Αποθήκες είχαν πάψει να λειτουργούν για τον σκοπό για τον οποίο τις είχαν κτίσει. Έκτοτε, όσες διαρρυθμίσεις έγιναν για να διευκολύνουν την εγκατάσταση διαφόρων δημοσίων και άλλων υπηρεσιών δεν πείραξαν ουσιαστικά το κέλυφος του κτιρίου.
Το 1994 τέσσερις αποθήκες της νότιας πτέρυγας μετά από κατάλληλη διαμόρφωση χρησιμοποιήθηκαν για να στεγαστεί η Πινακοθήκη Κυκλάδων, η οποία περιοδικά φιλοξενεί διάφορες εκθέσεις, όπως και μόνιμες συλλογές της. |