Τον Νοέμβριο του 1916 (παλιό ημερολόγιο), γαλλικό απόσπασμα αποβιβάστηκε στον Πειραιά και κατευθύνθηκε προς την Αθήνα για να υποχρεώσει την κυβέρνηση να υποταχτεί στις απαιτήσεις των Αγγλογάλλων, αλλά δέχτηκαν πυκνά πυρά από τις εξοπλισμένες δυνάμεις των Επίστρατων. Οι αψιμαχίες συνεχίστηκαν για μια βδομάδα περίπου, είναι τα γνωστά στους Αθηναίους Νοεμβριανά, με δεκάδες νεκρούς εκατέρωθεν και τους Γάλλους στο τέλος να βομβαρδίζουν την Αθήνα με τα ισχυρά κανόνια των πλοίων τους. Κατόπιν, το γαλλικό απόσπασμα αποσύρθηκε τελείως και προχώρησε σε αποκλεισμό της Αθήνας, κατά τα πρότυπα του Κριμαϊκού πολέμου. Ο αποκλεισμός προκάλεσε πολλές επιδημίες στην πόλη και υπήρξαν πολλά θύματα, κυρίως ανάμεσα στα παιδιά και τους ηλικιωμένους. Τα τρόφιμα τελείωσαν γρήγορα και η πείνα θέριζε τον πληθυσμό. Θύματα του αποκλεισμού έπεσαν και τα ζώα του μικρού ζωολογικού κήπου που υπήρχε στον Βασιλικό (σήμερα Εθνικό) Κήπο. Οι υποστηρικτές του βασιλιά ξέσπασαν τότε στους βενιζελικούς και πολλοί υπέστησαν διώξεις και κτυπήματα στα σπίτια και τις οικογένειές τους. Υπήρξαν βεβαιωμένα αρκετά θύματα που δολοφονήθηκαν από τους μαινόμενους αντιβενιζελικούς. Όλες οι βενιζελικές εφημερίδες είχαν κλείσει προ πολλού και μερικές είχαν υποστεί και καταστροφές στις εγκαταστάσεις τους. Και την επομένη των Χριστουγέννων ο Αρχιεπίσκοπος μπροστά σε πλήθος κόσμου στο Πεδίον του Άρεως αφόρισε τον πρώην πρωθυπουργό και το πλήθος έριξε το ανάθεμα, δηλαδή πετούσε μικρές και μεγάλες πέτρες σε ένα ομοίωμα του Βενιζέλου. Σχηματίστηκε έτσι ένας μεγάλος σωρός από πέτρες, που υπήρχε στην περιοχή πολλά χρόνια αργότερα και ήταν γνωστός στους Αθηναίους ως το «Ανάθεμα». Ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήρθε η αναγνώριση του Βενιζέλου επισήμως ως πρωθυπουργού και άρχισαν οι πιέσεις στην Αθήνα για να εκδιωχθεί ο βασιλιάς. Τελικά τον Ιούνιο του 1917 ο βασιλιάς αποχώρησε από τον Ωρωπό για την Ελβετία μαζί με τον διάδοχο Γεώργιο και άφησε στην θέση του τον μικρότερο γιο του Αλέξανδρο.
Η Αθήνα επανήλθε στους κανονικούς ρυθμούς της αυτή τη φορά με διώξεις και εξορίες των βασιλοφρόνων, αλλά και των σοσιαλιστών πλέον. Η Ελλάδα έλαβε κανονικά πλέον μέρος στον πόλεμο κυρίως στο Μακεδονικό μέτωπο κατά των Γερμανοβουλγάρων και είχε σημαντικές επιτυχίες σε σκληρές μάχες. Μετά την ήττα και συνθηκολόγηση των Κεντρικών Δυνάμεων ο Ελληνικός στόλος με επικεφαλής το θωρηκτό «Αβέρωφ» στάθμευσε στην Κωνσταντινούπολη που τέθηκε υπό Συμμαχική Διοίκηση. Στην Ελλάδα δόθηκε με την Συνθήκη των Σεβρών (1920) η Ανατολική Θράκη μέχρι τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, η Ίμβρος και η Τένεδος και η Σμύρνη με την ενδοχώρα της. Τον Μάιο του 1919 με εντολή των Συμμάχων μια ελληνική μεραρχία αποβιβάστηκε στην Σμύρνη, ανέλαβε την διοίκηση της πόλης και οργάνωσε την άμυνα της περιοχής.
Οι ρυθμίσεις αυτές δεν έγιναν αποδεκτές από τον Τούρκο εθνικιστή ηγέτη Κεμάλ που ξεσήκωσε τους Τούρκους κατά των Ελλήνων και των Δυτικών δυνάμεων. Προσωρινά οι ελληνικές δυνάμεις απώθησαν τους Τούρκους εθνικιστές από την Ανατολική Θράκη, την οποία και κατέλαβαν, και άρχισαν να τους απωθούν στα ενδότερα της Μικράς Ασίας. Τα νέα προκάλεσαν ενθουσιασμό: για άλλη μια φορά στην Αθήνα τα κανόνια ήχησαν πανηγυρικά, υψώθηκαν σημαίες σε δημόσια καταστήματα και σπίτια και έγινε μεγάλη δοξολογία στην Μητρόπολη από τον νέο Μητροπολίτη που η κυβέρνηση είχε φροντίσει να βάλει στην θέση του παλιού, μη ανεχόμενη τον αφορισμό και το «Ανάθεμα».
Ενώ όλα έδειχναν να πηγαίνουν κατ' ευχήν εκδηλώθηκε δολοφονική απόπειρα κατά του Βενιζέλου στο Παρίσι από δυο Έλληνες απόστρατους αξιωματικούς, γεγονός που προκάλεσε κυριολεκτικά πογκρόμ διώξεων κατά των αντιπάλων του πρωθυπουργού, με κορυφαία πράξη την σύλληψη και εκτέλεση εν ψυχρώ του διανοούμενου αρχηγού των πολιτικών αντιπάλων του Ίωνα Δραγούμη σε μια θέση στο άλσος στο Γουδί. Επιπλέον, ο αγαπητός στο λαό βασιλιάς Αλέξανδρος πέθανε από τις επιπλοκές που προκάλεσε το δάγκωμα μιας μαϊμούς. Έτσι οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 έγιναν σε βαρύ κλίμα και απροσδόκητα ο Βενιζέλος τις έχασε, κυρίως γιατί οι αντίπαλοί του προπαγάνδιζαν την ειρήνευση στην Μικρά Ασία, και αναγκάστηκε με τους κυριότερους οπαδούς του να εγκαταλείψει την χώρα. Και αυτή τη φορά οι μεγάλες δυνάμεις με πρόσχημα τη φιλοβασιλική κυβέρνηση και τον Κωνσταντίνο, εγκατέλειψαν την Ελλάδα και στράφηκαν προς τον Κεμάλ που αμυνόμενος συνεχώς οπισθοχωρούσε, παρασύροντας τους Έλληνες στα ενδότερα της Μικράς Ασίας. Εξοπλισμένοι καλά και υποστηριζόμενοι από το σύνολο των δυνάμεων που ενδιαφέρονταν για την περιοχή, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν την τελική επίθεσή τους τον Αύγουστο του 1922, ανέτρεψαν την άμυνα των Ελλήνων και σύντομα ο Ελληνικός στρατός τράπηκε σε άτακτη φυγή. Σε λίγες μέρες οι Τούρκοι έμπαιναν στην Σμύρνη την οποία και λεηλάτησαν, ενώ οι έντρομοι Έλληνες κάτοικοι της πόλης, αλλά και της ευρύτερης περιοχής με κάθε μέσο ακολούθησαν τον στρατό που είχε εγκαίρως εγκαταλείψει την πόλη και είχε αποβιβαστεί στην Χίο και την Μυτιλήνη. Ακολούθησε χάος και πολλοί Έλληνες χάθηκαν, ίσως και 300 χιλιάδες ήταν οι νεκροί της ανελέητης σφαγής.Ακόμα περισσότεροι πέρασαν στα ελληνικά νησιά και από εκεί με κάθε μέσον στην υπόλοιπη Ελλάδα. Έτσι, το ελληνικό στοιχείο που βρισκόταν στα εδάφη αυτά τουλάχιστον 3.000 χρόνια αδιαλείπτως έπαψε να υπάρχει στην Μικρά Ασία, καθώς μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Ένα τεράστιο κύμα προσφύγων έφτασε λοιπόν στην Ελλάδα που βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, λόγω του δεκαετούς συνεχούς πολέμου και της αδυναμίας της χώρας να υποδεχτεί και να περιθάλψει αξιοπρεπώς 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Θράκη. |